Αθλητικές Κακώσεις Ώμου

1Ρήξεις στροφικού πετάλου (rotator cuff tears)
Μερική ή ολική ρήξη του μυοτενόντιου πετάλου των στροφέων
Οι τένοντες του στροφικού πετάλου του ώμου μπορεί να υποστούν 2 βασικούς τύπους ρήξεων: την ολικού πάχους ρήξη (full thickness tear) και τη μερικού πάχους ρήξη (partial thickness).
Στην ολικού πάχους ρήξη, η κάκωση επεκτείνεται σε όλο το πάχος του τένοντα από τον υπακρωμιακό ορογόνο θύλακα μέχρι και τη γληνοβραχιόνια άρθρωση, ενώ στην περίπτωση της ρήξης μερικού πάχους η τραυματική ρήξη είναι πιο περιορισμένη. Υπάρχουν 3 υποομάδες ρήξεων μερικού πάχους: 1) ρήξη προς την άνω επιφάνεια του τένοντα, 2) ενδοτενόντια ρήξη και 3) ρήξη στην κατώτερη επιφάνεια του τένοντα.

Αιτιολογία
Οι οξείες ρήξεις οφείλονται συνήθως σε πτώση, σε τεταμένο άνω άκρο ή σε μια ισχυρή σύσπαση των μυών του ατροφικού πετάλου (π.χ. σε μια δυνατή ρίψη). Οι χρόνιες ρήξεις συμβαίνουν λόγω υπέρχρησης ή λόγω επανειλημμένων μικροτραυματισμών. Η πιο κοινή αιτία εμφάνισης χρόνιας ρήξης είναι το σύνδρομο πρόσκρουσης.

Συμπτώματα
Τα συμπτώματα και σημεία της πάθησης περιλαμβάνουν αιφνίδιο και έντονο πόνο και αίσθημα ’’παγίδευσης” κατά την κίνηση του άκρου. Επίσης παρατηρείται περιορισμένη λειτουργικότητα που αφορά κυρίως την απαγωγή και έσω στροφή του ώμου.
2Εξάρθρημα ώμου - αστάθεια ώμου (shoulder dislocation - instability)
Πλήρης (εξάρθρημα) ή μερική (υπεξάρθρημα) παρεκτόπιση της κεφαλής του βραχιονίου, με αποτέλεσμα την απώλεια επαφής μεταξύ της κεφαλής και της ωμογλήνης. Η γληνοβραχιόνια άρθρωση είναι μια σφαιροειδής άρθρωση μεταξύ της κεφαλής του βραχιονίου και της ωμογλήνης, και εμφανίζει το μεγαλύτερο εύρος τροχιάς από οποιαδήποτε άλλη άρθρωση του ανθρώπινου σώματος. Η επιφάνεια της σφαιροειδούς κεφαλής του βραχιονίου είναι μεγαλύτερη περίπου κατά 60% από την επιφάνεια της επίπεδης ωμογλήνης, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη-κινητικότητα αλλά και ταυτόχρονα μικρότερη σταθερότητα. Η σταθερότητα της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης επιτυγχάνεται μέσω της συνεργασίας των παθητικών και ενεργητικών δομών της άρθρωσης, όπως ο επιχείλιος χόνδρος, οι σύνδεσμοι και οι μύες που την περιβάλλουν. Η σταθεροποίησή της σε ήπιες φορτίσεις (βαρύτητα) οφείλεται κυρίως στη δομή του επιχείλιου χόνδρου και στην αρνητική ενδοαρθρική πίεση, σε μεγαλύτερες φορτίσεις επιτυγχάνεται από την ενεργοποίηση και συνεργασία των μυϊκών ομάδων που περιβάλλουν την άρθρωση, ενώ τέλος σε υπερμέγιστες φορτίσεις (που σχετίζονται με πρόκληση εξαρθρήματος) η αντιστάθμιση των δυνάμεων επιτελείται κυρίως από τα θυλακόσυνδεσμικά στοιχεία της άρθρωσης.
Υπάρχουν τέσσερις κύριοι τύποι εξαρθρημάτων, τα οποία καθορίζονται από την τελική θέση της κεφαλής του βραχιονίου και οδηγούν σε αντίστοιχους τύπους αστάθειας της άρθρωσης: τα πρόσθια εξαρθρήματα που είναι και τα πιο συχνά (70%), τα κάτω και τα άνω εξαρθρήματα, καθώς και τα οπίσθια που είναι τα σπανιότερα (2%-4%).

Αιτιολογία
Ο μηχανισμός πρόκλησης περιλαμβάνει υπερμέγιστες διατμητικές φορτίσεις οπισθιοπρόθιας κατεύθυνσης με τον ώμο σε απαγωγή και έξω στροφή στην περίπτωση του πρόσθιου εξαρθρήματος και προσθοπίσθιας κατεύθυνσης με τον ώμο σε οριζόντια προσαγωγή και έσω στροφή στην περίπτωση του οπίσθιου εξαρθρήματος. Τα άνω και κάτω εξαρθρήματα οφείλονται σε κεφαλικές και ουραίες υπερμέγιστες φορτίσεις με το βραχίονα σε προσαγωγή και απαγωγή, αντίστοιχα. Παθολογικές καταστάσεις του ώμου, κατά τις οποίες παρατηρούνται συνδυασμοί των παραπάνω ασταθειών, εμπλέκονται στην αστάθεια ώμου πολλαπλής κατεύθυνσης.

Συμπτώματα
Τα συμπτώματα και σημεία της πάθησης περιλαμβάνουν αίσθημα αστάθειας, αδυναμία παθητικής και ενεργητικής κίνησης, έντονο πόνο, εκχύμωση και οίδημα στην περιοχή του ώμου.
Τα τραυματικά εξαρθρήματα, πέρα από τις θυλακικές και συνδεσμικές ρήξεις, μπορεί να οδηγήσουν και σε άλλες συνοδές παθολογίες. Η πιο γνωστή συνοδός κάκωση του πρόσθιου εξαρθρήματος είναι η ρήξη του πρόσθιου τμήματος του επιχείλιου χόνδρου, γνωστή και ως κάκωση Bankart, η οποία έχει διαβαθμίσεις και περιλαμβάνει την κλασική, τη διπλή και την οστική ρήξη Bankart. Η κλασική ρήξη Bankart χαρακτηρίζει την κάκωση του πρόσθιου τμήματος του επιχείλιου χόνδρου χωρίς την αποκόλλησή του από το περιόστεο. Η διπλή ρήξη Bankart αφορά την πλήρη αποκόλληση του επιχείλιου χόνδρου από το χείλος της ωμογλήνης και τη ρήξη του κάτω γληνοβραχιόνιου συνδέσμου. Η οστική ρήξη Bankart, πέρα από τη διπλή ρήξη, περιλαμβάνει τη δημιουργία αποσπαστικού κατάγματος του γληνοειδούς χείλους.
3Ρήξεις επιχείλιου χόνδρου ώμου (labral tears)
Ο επιχείλιος χόνδρος είναι μία ινοχόνδρινη δομή, που βρίσκεται ανάμεσα στον αρθρικό χόνδρο της ωμογλήνης και στον ινώδη ιστό του αρθρικού θυλάκου.
Ο χόνδρος αυτός: α) προσδίδει βάθος στην αρθρική κοιλότητα, β) την προστατεύει από την πρόσκρουση με την κεφαλή του βραχιονίου σε εκρηκτικές κινήσεις, και γ) αποτελεί το σημείο έκφυσης του αρθρικού θυλάκου των γληνοβραχιόνιων συνδέσμων και της μακράς κεφαλής του δικέφαλου.
Οι κακώσεις του επιχείλιου χόνδρου επηρεάζουν συνήθως το ανώτερο τμήμα (βλάβες SLAP) και παρατηρούνται συνήθως σε αθλητές ρίψεων. Οι συγκεκριμένες ρήξεις συχνά επηρεάζουν και την έκφυση του τένοντα της μακράς κεφαλής του δικέφαλου βραχιονίου, καθώς και το πρόσθιο τμήμα του (βλάβες Bankart) συνήθως αποτέλεσμα εξαρθρημάτων ώμου και λιγότερο το οπίσθιο άνω χείλος του όπου παρατηρούνται συνήθως σε αθλητές ρίψεων και μπορεί να συνυπάρχουν με σύνδρομο πρόσκρουσης. Στις συγκεκριμένες ρήξεις υπάρχει αποκόλληση του οπίσθιου άνω τμήματος του επιχείλιου χόνδρου και της κάτω αρθρικής επιφάνειας του τένοντα του υπερακανθίου.

Αιτιολογία
Η αιτιολογία των ρήξεων του επιχείλιου χόνδρου στον ώμο σχετίζεται κυρίως με εξωγενείς παράγοντες είτε τραυματικού χαρακτήρα (πτώση πάνω σε τεντωμένο χέρι) είτε υπέρχρησης (επαναλαμβανόμενες κινήσεις ρίψεων). Οι κυριότεροι εξωγενείς παράγοντες περιλαμβάνουν: α) την πτώση του αθλητή πάνω στον υπερδιατεταμένο ώμο του β) ρίψεις γ) υπέρχρηση του άνω άκρου πάνω από το επίπεδο του ώμου.
Οι ενδογενείς παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν σε βλάβη του ανώτερου τμήματος του επιχείλιου χόνδρου αφορούν κυρίως μεταβολές των φυσιολογικών προτύπων κίνησης προτύπων του ώμου που προκύπτουν από συνεχόμενες ρίψεις. Αυτές οι μεταβολές περιλαμβάνουν α) την αυξημένη έξω στροφή ώμου και β) τη μειωμένη αντίστοιχα έσω στροφή σε θέση απαγωγής τού ώμου, η οποία οφείλεται στη χαλάρωση του πρόσθιου τμήματος του αρθρικού θυλάκου και στη βράχυνση του οπίσθιου τμήματός του.

Συμπτώματα
Τα συμπτώματα της πάθησης περιλαμβάνουν διάχυτο πόνο στον ώμο και πιθανή εμπλοκή της άρθρωσης κατά την κίνηση.
4Συνδεσμική κάκωση-εξάρθρημα ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης (acromy- clavicular joints sprain-dislocation)
Η ακρωμιοκλειδική άρθρωση είναι μια διάρθρωση που σχηματίζεται από το περιφερικό άκρο της κλείδας και την έσω επιφάνεια του ακρωμίου. Πρωταρχική λειτουργία αποτελεί η μετάδοση δυνάμεων από τα άνω άκρα στον αξονικό σκελετό καθώς και ο έλεγχος του άνω άκρου μέσω δυναμικών και σταθεροποιητικών δομών. Οι δυναμικές δομές περιλαμβάνουν τη μέση μοίρα του δελτοειδή και την άνω μοίρα του τραπεζοειδή, ενώ οι στατικές σταθεροποιητικές δομές περιλαμβάνουν τρεις συνδέσμους, τον ακρωμιοκλειδικό, τον κορακοκλειδικό και τον κορακοακρωμιακό σύνδεσμο.
Σοβαρή συνδεσμική κάκωση και εξάρθρωση της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης είναι αποτέλεσμα άμεσου ή έμμεσου τραυματισμού της ωμικής ζώνης. Η συνήθης κάκωση της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης οφείλεται σε δύναμη που εφαρμόζεται στο ακρώμιο με τον ώμο σε προσαγωγή.
Τα αθλήματα που σχετίζονται άμεσα με την πρόκληση τέτοιων τραυματισμών είναι τα αθλήματα επαφής όπως το χόκεϋ, το ράγκμπι και το ποδόσφαιρο.
5Κάταγμα κλείδας (clavicle fracture)
Η κλείδα εκτείνεται από το στέρνο έως το ακρώμιο, αποτελώντας σημείο σύνδεσης του κορμού με τα άνω άκρα και μεταφέρει τις δυνάμεις που παράγονται από τα άνω άκρα στο άνω μέρος του σώματος.
Τα κατάγματα κλείδας είναι από τα πιο συχνά στον αθλητισμό, αποτελώντας το 5%-7% του συνόλου των καταγμάτων. Τέτοια κατάγματα έχουν αναφερθεί σε αθλητές γυμναστικής, κωπηλασίας και κρίκετ. Η ανατομική εντόπισή τους είναι κυρίως στη μεσότητα (80%) και στο έξω τριτημόριο (15%). Τα κατάγματα στο έξω τριτημόριο της κλείδας συνοδεύονται τις περισσότερες φορές και από συνδεσμικές ρήξεις των ακρωμιοκλειδικών και κορακοκλειδικών συνδέσμων.

Αιτιολογία
Τα κατάγματα της κλείδας οφείλονται σε άμεσους και έμμεσους εξωγενείς παράγοντες. Κυριότερος άμεσος παράγοντας κάκωσης είναι η άμεση πλήξη στην κλείδα από αντίπαλο ή αθλητικό εξοπλισμό. Οι έμμεσοι αιτιολογικοί παράγοντες περιλαμβάνουν τη βίαιη πτώση α) πάνω σε τεντωμένο χέρι και β) πάνω στην πλάγια επιφάνεια του ώμου, η οποία δημιουργεί τεράστια συμπιεστικά φορτία στον ώμο και ιδιαίτερα στην κλείδα.